io, tu, noi, voi, loro
Φτιάχνουμε κάτι, δηλαδή αρχίσαμε να φτιάχνουμε κάτι. Κάτι ακόμη.
Αρχίσαμε να συζητάμε κάτι, να ψάχνουμε κάτι. Κάτι άλλο.
Αρχίσαμε να σημειώνουμε κάτι και να μιλάμε για κάτι και να περιμένουμε κάτι. Κάτι όμορφο.
Κάτι οπωσδήποτε όμορφο.
Κάτι που θα χρειαστεί ίσως χρόνο.
Είναι σαν να έχεις ένα μωρό στο μυαλό σου. Σαν να υπάρχουν πολλά μωρά σε πολλά μυαλά.
Είναι σαν να δίνεις το χέρι κι ένα χαμόγελο και πάνω από φλυτζανάκια καφέ να κυλάνε τα μωρά από το μυαλό στην κοιλιά.
Κι αρχίζουμε όλοι να κυοφορούμε.
Εκείνο το οπωσδήποτε όμορφο.
Νομίζω -για μένα- ευτυχία είναι να μην αποκλείεται το πέρασμα από την επιθυμία στην πράξη.
Να μην το αποκλείουμε ούτε εμείς οι ίδιοι.
( Και μεσολαβεί μεγάλη δυστυχία, πριν από αυτή τη δυνατότητα ευτυχίας. )
Και νομίζω -για μένα- χαρά είναι να υπάρχουν δρόμοι με ανθρώπους που ίσως δώσουν το χέρι (και το χαμόγελο) και πιουν τον καφέ μαζί σου.
Espresso, latte, γαλλικό.
Ή cappuccino.
( Νομίζω -εγώ- πως στη ζωή ερχόμαστε για να δίνουμε τα χέρια και να χαμογελάμε. )
( Και ξέρω -εγώ- πως η ζωή σού ζητάει να κάνεις υπομονή. Αρκεί να φυλάς στο μυαλό σου τα μωρά. )

“Νομίζω -για μένα- ευτυχία είναι να μην αποκλείεται το πέρασμα από την επιθυμία στην πράξη.”
egrapses!