Έχω αυτή την κιτσάτη κινέζικη λάμπα. Είναι αντικέ, ωστόσο κιτσάτη.
Την πηγαινοφέρνω, όλα τα έπιπλα πάνε κι έρχονται, μαζί και τα φωτιστικά.
Της έχω κάνει μεταμοσχευση καλωδίων και αντιστέκομαι σθεναρά για να μην αλλάξω το χτυπημένο της καπέλο.
Με το σπασμένο ξύλινο στερέωμά της έχω συμβιβαστεί. Έτσι τη βρήκα, κουτσή.
Τη στερεώνω σε τοίχους. Απαραίτητο, να στερεώνεται κάπου.
(…)
Προσπαθώ να δουλέψω και νυστάζω.
Προσπαθώ να δουλέψω κι η λευκή λάμπα του γραφείου αρνείται να ανάψει.
Την αφήνω πάνω στο μπαούλο και φέρνω από την κουζίνα την κινέζικη.
Χαλασμένη κι αυτή, ξεχασμένη βδομάδες.
Βγάζω τα κοπίδια και τα κατσαβίδια.
Ξεβιδώνω, κόβω, ενώνω, βιδώνω, ψάχνω λάμπα, ανάβει.
Τη στερεώνω στον πράσινο τοίχο, δίπλα ακριβώς στο mac.
Κίτρινο φως, αλλά το προτιμώ από το φως του δωματίου.
(Δεν μπορούσα ποτέ τα μεγάλα φώτα. Μία εστία εδώ, μία εκεί, μάλλον έχει να κάνει με τα μάτια μου, δεν ξέρω, το προτιμώ.)
(…)
Έχουμε να πάμε πάλι στο νοσοκομείο αύριο. Η αρρώστια έχει εξαπλωθεί παντού.
Την προηγούμενη βδομάδα έμοιαζε καλύτερα, θα πήγαινε πίσω στο νησί.
Μετά οι γιατροί έβγαλαν τα εργαλεία τους, άρχισαν να ανοίγουν, να κόβουν, να κολλάνε.
Την τελευταία βδομάδα έμοιαζε με αγία. Ακτινοβολούσε. Λευκή.
Ήλπιζα να προλάβει, να γυρίσει στο νησί.
(Ο τελευταίος σύνδεσμος με τις πρώτες πρώτες ρίζες μου.)
Πώς ακτινοβολούν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι στα νοσοκομεία.
Αύριο θα πάμε πάλι να τη δούμε.
Θυμάμαι τη μέρα που πήγαμε στο σπίτι της και το βλέμμα μου έπεσε πάνω σ’αυτή την κινέζικη λάμπα.










Brought back Homme