(Η άλλη θάλασσα)
Θεόδωρος Αγγελόπουλος, 27/4/35 – 24/1/12

(Η άλλη θάλασσα)
Θεόδωρος Αγγελόπουλος, 27/4/35 – 24/1/12
Θα το σκεφτείς και δυο και τρεις για να ‘σαι συμπαθής.
Πες μου όμως, πότε πήρες τελευταία φορά μιαν απόφαση.
Σκεπτόμενος.
Πως αγαπάς τον εαυτό σου.
Όχι με αγάπη υπερήφανη.
Αλλά μ’ εκείνη την αγάπη που γεννάει τα πράγματα.
Και που κρατάει το γρασίδι σου φρέσκο.
Κοιτάξτε τη θεία αδιαφορία που έχετε όταν παραγγέλνετε σε ένα εστιατόριο.
Έτσι παραγγέλνει κανείς τη ζωή.
Ξεκαθαρίστε τί θέλετε, παραγγείλτε το.
Μην επικαλείστε συνεχώς το Πνεύμα για να δείτε αν κατάλαβε καλά την παραγγελία και να το συμβουλεύσετε πώς να σάς την εκτελέσει.
Εμπιστευθείτε οτι θα έρθει.
(Μ.Μ.)
Ερωτευόμαστε με τον ίδιο τρόπο απ’ τα πέντε μας.
Έχουμ’ έρθει -ξανά- για να ερωτευθούμε με τον ίδιο τρόπο.
Κι όσο μεγαλώνουμε, τριγυρίζουμε τον ίδιον έρωτα και τον κοιτάμε κάθε φορά κι απ’ άλλη θέση.
Θα σε πιάσω απ’ το χέρι, θα σού πω έλα μαζί μου.
Μετά θα σ’αφήσω και θα βγω απ’ το δωμάτιο.
Δεν θα σε τριγυρίσω και δεν θα σταθώ.
Παρά δίπλα σου.
Μπορείς να ξυπνάς και να κοιμάσαι με όσα φοβάσαι.
Μπορείς να πάρεις δυο ρούχα μαζί και τους φόβους σου.
Και να μπείτε σ’ ένα αεροπλάνο.
Ο Σαμάνος μού είπε.
Έχεις πεθάνει σε πολλές ζωές με τον ίδιο τρόπο.
Έβαλε το χέρι της στο ύψος της καρδιάς μου και άνοιξε βεντάλια όλους τους θανάτους.
Πρόλαβα να δω ένα-δύο.
Πρόλαβα και να καταλάβω.
( Κάνε υπομονή, κάνε μου χώρο και περίμενέ με )
( Να πεθάνω άλλη μία φορά κι έπειτα θα ΄μαστε μαζί )
Τί ξυπνάει και στριφογυρίζει και σέρνεται απόψε;
Κι ο έρωτάς σου μού μοιάζει με ένα ολόφρεσκο φυλλαράκι δυόσμο.
Στη μέση ενός πλούσιου πιάτου.
Που δεν έχω χώρο καν ν’ αρχίσω.
Η στιγμή που δεν έχεις τίποτα πραγματικά να χάσεις.
Και που δεν προλαβαίνεις να ευχηθείς για κάτι περισσότερο.
Είναι η στιγμή που ισορροπείς στην κορυφή ενός κίτρινου φύλλου.
Και αφήνεσαι στη ροή του νερού.
Κι ας κρατήσει αυτή η λεπτή ισορροπία για όσο χρειαστεί.
Σκαρφάλωσες στο πίσω τζάμι και κούναγες τα χέρια.
Άνοιξα την πόρτα κι ήρθες και έγινες μια μικρή μπάλα στην αγκαλιά μου.
Σού είπα, έχεις γενέθλια σε λίγο καιρό και μού δειξες τρία δάχτυλα.
Είδα στο πρόσωπό σου μία μοναξιά πολύ γνώριμη.
Είδα και μία τρυφερότητα κι είδα και μία βία.
Εξίσου γνώριμες.
Και το τελευταίο που συγκράτησα.
Είναι η δυνατότητά σου.
Κι αυτή τη δυνατότητα σού έκανα ευχή.
Κι είπαμε, θα χρειαστεί να κουρδίσουν μερικοί πλανήτες και να τραβήξουν τ’ άστρα ευθείες.
Στο μεταξύ, αυτοσχεδιάσαμε και φάνηκε πως κάτι κλέψαμε απ’ το κούρδισμα και τις χαρακιές.
Κι εκεί πάνω είπαμε να περπατήσουμε.
Κοιμήθηκα πέντε βράδια δίπλα στη φωτιά.
Κράτησα για πέντε βράδια τη φωτιά αναμμένη.
Είχα ουρά τράγου ανάμεσα στα πόδια.
Κι έβαλα τα πόδια στη μέση ενός χριστουγεννιάτικου ποταμού.
Κοιμήθηκα αγκαλιά με έναν λευκό σκύλο.
Μίλησα μαζί της με κλειστά τα μάτια.
Βρήκα το σημάδι του Ωρίωνα στο σκοτάδι.
Περπάτησα στο μονοπάτι που φώτιζε ανάμεσα στα δέντρα.
Και την τελευταία μέρα.
Θυμήθηκα πώς πέθανα.
Πριν μία ζωή και πριν δύο ακόμα.
Και επέστρεψα.
Στην αγκαλιά κάποιου πολύ μακρινού συγγενή.
Με φίλησε στο μέτωπο και μού πε “καλωσήρθες στον κόσμο”.
Κι είναι όλα αληθινά κι είναι όλα όπως ακριβώς συνέβησαν.
Στην αλλαγή από το χθες στο αύριο.
Στην καρδιά ενός δάσους.
Δίπλα στο ποτάμι.
Τους φακούς και την κάμερα.
Δύο βιβλία.
Ζεστά ρούχα.
Και το καθαρό moleskine.
Πέντε ημέρες στην καρδιά του δάσους.
Χωρίς τηλέφωνα, ρεύματα και φώτα.
Ο Campell είχε πει:
“Αν σκεφτούμε οτι προερχόμαστε από τη γη κι όχι οτι ριχτήκαμε εδώ από κάπου αλλού, θα καταλάβουμε οτι είμαστε η γη, τα μάτια μας είναι και τα μάτια της γης”.
Ας είναι χωμάτινο αυτό το πέρασμα.